Ένα θέμα που μας απασχολεί με τους συνεργάτες μας τα τελευταία χρόνια στη δουλειά μας με τα παιδιά και τους εφήβους είναι η ανάγκη να δημιουργήσουμε/ενισχύσουμε την αίσθηση της ομαδικότητας ,του «μαζί». Ότι δηλαδή εμείς όλοι που ερχόμαστε εδώ αυτή την ώρα είμαστε και λειτουργούμε μεταξύ μας ως ομάδα.

Ζούμε σε μια εποχή που εστιάζει την προσοχή και την προσήλωσή μας στη μονάδα, τον εαυτό. Αυτό δεν είναι κακό, ίσα ίσα είναι απαραίτητο, φαίνεται όμως να παραγκωνίζεται και να παραμελείται η έννοια της ομάδας, του «μαζί». Είμαστε φύσει κοινωνικά όντα οι άνθρωποι, υπάρχουμε και ζούμε μαζί με άλλους. Η σχέση είναι μέρος της ύπαρξής μας. Άσε που δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να παρατηρήσεις και να μάθεις τον εαυτό σου παρά μέσα από τη σχέση και τη σύνδεση με τους άλλους.
Ομάδα σημαίνει συν-υπάρχουμε, εδώ, παρέα εσύ και εγώ. Ο καθένας είναι ξεχωριστός, με τις δικές του ανάγκες, διάθεση και βιώματα.Σε βλέπω και με βλέπεις, σε δέχομαι και με δέχεσαι, δοκιμάζω και δοκιμάζεις να έρθουμε κοντα, να γνωριστούμε λίγο περισσότερο. Να παίξουμε, να εκφραστούμε, να επικοινωνήσουμε. Να ανακαλύψουμε κοινά σημεία αλλά και αντιθέσεις ανάμεσα μας. Να διαφωνήσουμε ίσως και να μαλώσουμε ακόμη, και κάθε στιγμή θα δημιουργούμε κάτι μαζι και θα μαθαίνουμε πράγματα μέσα από αυτό ο καθένας με το δικό του τρόπο.
Είναι ένα σημαντικό στοιχείο η έννοια της ομάδας στη δουλειά μας και ας πούμε η βάση για να μπορούν τα άτομα να αφεθούν , να νιώσουν ασφάλεια ,να ξεδιπλωθούν και έτσι αυτό να συμβάλλει στη δουλειά που έχουν να κάνουν με τον εαυτό τους και μαζί με τους άλλους.
Αυτό ισχύει σε όλα τα μέρη που οι άνθρωποι υπάρχουν μαζί και προκύπτει η ανάγκη για συνεργασία. Φανταστείτε ας πούμε πώς λειτουργεί μια επιχείρηση στην οποία υπάρχει ομαδικό συνεργατικό κλίμα ανάμεσα στους εργαζόμενους και πώς μια επιχείρηση που δεν το έχει αυτό. Ή μια τάξη!
Τόσο στις ομάδες των παιδιών όσο και των ενηλίκων το ομαδικό κλίμα είναι πρωταρχικό ζήτημα και βασική ανάγκη που προκύπτει από όλα τα μέλη.

Ωστόσο καθένας όπως είναι φυσικό έρχεται με τις αντιστάσεις του και αυτά που τον δυσκολεύουν να έρθει κοντά και να συνδεθεί. Στις ομάδες των παιδιών συγκεκριμένα τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε πώς υπάρχει μια δυσκολία στο να κάνουν κάτι όλα μαζί και υπάρχει μια τάση να απομονώνονται το καθένα στον εαυτό του κάποια στιγμή, σα να κλείνονται σε ένα δικό τους κόσμο προσωπικό ακόμη και μέσα στην ομάδα χωρίς να αλληλεπιδρούν ενεργά με τα άλλα παιδιά γύρω τους.
Μπορεί να πηγαίνουν στη γωνία και να μη μιλούν, ή να κοιτάζουν αλλού ή να θέλουν το καθένα να είναι το κέντρο της προσοχής αγνοώντας τα υπόλοιπα παιδιά που είναι εκεί. Σα να είναι αδυνατισμένη μέσα τους θα έλεγε κανείς η κίνηση να ανασηκωθούν να βρουν τους άλλους!
Στην ομάδα του δημοτικού ένα κορίτσι ήθελε πολλές στιγμές να πει τι της έχει συμβεί στη μέρα της δεν κοιτούσε όμως αν τα άλλα μέλη την παρακολουθούν και την ακούν. Ή μια άλλη στιγμή ήθελε να παίξουμε κάτι όλοι μαζί ενώ απευθυνόταν σε εμάς τις «δασκάλες» της. Χρειάστηκαν αρκετές παρεμβάσεις σαν υπενθύμιση από εμάς ότι αυτή εδώ είναι η ομάδα της και χρειάζεται να τους απευθυνθεί αν θέλει να παίξουμε όλοι μαζι ή να μοιραστεί κάτι.
Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο για εκείνη που θέλαμε να ενισχύσουμε , την ικανότητά της δηλαδή να φτιάχνει επικοινωνία με τα άλλα παιδιά και να έχει αντίληψη ότι θέλει αυτό καθώς ως μοναχοπαίδι με ελάχιστα παιδιά στον οικογενειακό της περίγυρο δεν έχει τη δυνατότητα να εξασκήσει πώς να δημιουργεί σύνδεση και σχέση με συνομιλήκους της πέραν του σχολείου, όπου εκεί δεν υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα να εστιάσει κανείς εξατομικευμένα στο κάθε παιδί.
Αντίστοιχα καθώς η- ας την πούμε- Ελένη κάνει μια προσπάθεια να απευθυνθεί στην ομάδα και να μοιραστεί κάτι από τη μέρα της, όταν ρωτάμε την ομάδα αν τους έχει συμβεί κάτι αντίστοιχο ή πώς νιώθουν, ή αν θέλουν να μοιραστούν κάτι άλλο, ο Αλέξης –ένα αγόρι μέλος της ομάδας – συνήθως δεν μιλάει, ή λέει πώς δε νιώθει τίποτα. Κατεβάζει το βλέμμα και καμιά φορά λέει πως βαριέται και αποσύρεται. Θέλει να παίξει, αλλά και στο παιχνίδι ύστερα μοιάζει να είναι μόνος του με δυσκολία να μοιραστεί τη στιγμή με τους υπόλοιπους.

Ο Αλέξης είναι ένα επίσης μοναχοπαίδι που περνάει αρκετές ώρες στο κινητό του. Οι γονείς του είναι χωρισμένοι , δουλεύουν αρκετά και έτσι ο Αλέξης περνάει τις ώρες του ανάμεσα σε δύο σπίτια , δύο καθημερινότητες δύο ενήλικων ανθρώπων απασχολημένων. Ο τρόπος του λοιπόν να προσαρμόζεται και να απασχολείται είναι το κινητό ή τα βιντεοπαιχνίδια που ναι μεν τον ηρεμούν και τον διασκεδάζουν, τον αποκόβουν όμως από τους άλλους και από τον εαυτό του. Έχει λοιπόν μια δυσκολία να επικοινωνήσει αυτό που νιώθει , αφού έχει μάθει κάπως να το κρατάει για τον εαυτό του.
Στην αρχή της ομάδας δεν ήθελε να είναι μέλος της, έμοιαζε σα να ξεχώριζε τον εαυτό του από όλους. Συμμετείχε υπάκουα στα παιχνίδια, όμως ταυτόχρονα μονολογούσε, και μιλούσε σιγά από μέσα του σχολιάζοντας τους άλλους. Ταυτόχρονα αν κάποια από εμας ή τα παιδιά του έδινε σημασία περισσότερο, του άρεσε και τότε ίσως ερχόταν λίγο πιο κοντά, γρήγορα όμως αποτραβιόταν.
Φαινόταν πως είχε ανάγκη από προσοχή και σύνδεση και παρ’ όλα αυτά έκανε ό,τι μπορούσε για να βγάζει τον εαυτό του απ’ έξω. Πήρε αρκετό χρόνο για να εμπιστευτεί και να νιώσει καλά μέσα στην ομάδα. Να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως μέλος της. Οι παρεμβάσεις που γίνονταν από εμάς για να επιτευχθεί αυτό ήταν να τον εντάσσουμε ξανά και ξανά ρωτώντας τη γνώμη του για πράγματα, τις ιδέες του μέσα στα παιχνίδια και ενισχύοντας τις στιγμές που ήταν πιο ενεργητικός όταν επαίζε με τους υπόλοιπους. Σιγά σιγά άρχισε να ξεθαρρεύει και κάποια στιγμή είχε μια ιδέα για ένα παιχνίδι και την εφαρμόσαμε επί τόπου! Χάρηκε πολύ! Έκτοτε άρχισε σιγά σιγά να εκφράζεται περισσότερο. Μικρά σταθερά βήματα. Φυσικά υπήρχαν και οι στιγμές που δεν ανταποκρίνονταν και τίποτα δε λειτουργούσε.
Η Ειρήνη από την άλλη-άλλο μέλος της ομαδούλας, μέχρι κάποια στιγμή ερχόταν στην ομάδα με τη μεγαλύτερη αδερφή της. Τη δυσκόλευε να είναι μαζί οι δυο τους και έλεγε πως θέλει η μεγάλη της αδερφή να πάει σε άλλη ομάδα και εκείνη να είναι μόνη της σε αυτήν. Είχε δίκιο!

Όταν πήγε λοιπόν η Αθηνά (η μεγάλη αδερφή) σε άλλη ομάδα, η Ειρήνη βρέθηκε αντιμέτωπη με τη δυσκολία να υπάρχει στην ομάδα μόνη της χωρίς την αδερφή της. Πολλές στιγμές δεν έλεγε τη γνώμη της ή την ιδέα της και κοντοστεκόταν αρκετά να μιλήσει σα να μην ήταν σίγουρη για τον εαυτό της αφού είχε μάθει όλο αυτό να το φτιάχνει στην ομάδα -ίσως και στη ζωή της- σε σχέση με την Αθηνά. Είτε κοντράροντάς την, είτε αφήνοντας την Αθηνά να πάρει θέση αντί για εκείνη. Η Ειρήνη λοιπόν είχε μια ευκαιρία να δυναμώσει τον εαυτό της να στέκεται μόνη της, να αναπτύξει εμπιστοσύνη στον εαυτό της και τις ικανότητές της.
Δοκιμάζοντας να την ενισχύσουμε να το αναπτύξει αυτό, υπήρχαν στιγμές που μείναμε κάμποσο μαζί της ρωτώντας ώστε να εκφράσει αυτό που θέλει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα χωρίς να το καταλάβουμε να δίνουμε ένα χάδι εκεί σε κείνη-σαν παρακάλι- στο σημείο που δυσκολεύεται να πάρει απόφαση να πει- και έτσι μέναμε κολλημένοι. Είναι ένα λεπτό σημείο που χρειάζεται μια αποφασιστικότητα από τις συντονίστριες της ομάδας. Όχι αυστηρότητα. Ένα κατάλληλο σχόλιο που θα ενεργοποιήσει τον άλλον, πχ «έχεις ωραίες ιδέες Ειρήνη!» ή «αναρωτιέμαι πώς και δε μοιράζεσαι τις ιδέες σου..». Όχι παραπάνω σαν να παρακαλάς ούτε παρακάτω σα να τον γράφεις τον άλλον. Και ύστερα δίνεται ο χώρος και ο χρόνος να δράσει το άτομο, όταν είναι έτοιμο. Και αυτό κάποια στιγμή, στο χρόνο της Ειρήνης, συνέβη! Άρχισε να εκφράζεται περισσότερο και να τολμάει μέσα στην ομάδα με το δικό της μοναδικό τρόπο.
Κάθε ένα παιδί έρχεται με τις αντιστάσεις και τις δυσκολίες του και αυτό πολλές φορές μπορεί να βγει και σαν άρνηση να παρευρεθούν στην ίδια την ομάδα. “Στους μεγάλους νομίζετε δε συμβαίνει αυτό;” τους είπαμε μια μέρα. Μοιραστήκαμε κάποια παραδείγματα σχετικά από την καθημερινότητά μας (δεν ήθελα να πάω στη δουλειά, ή σε μια έξοδο, ή στο γιατρό πχ) και ύστερα τα παροτρύναμε να μοιραστούν δικές τους στιγμές που θυμούνται κάτι αντίστοιχο είτε για την ομάδα μας είτε για ένα άλλο μέρος που πηγαίνουν (πχ σχολείο ή καποια δραστηριότητα).

Αυτό λειτούργησε χαλαρωτικά για τα παιδιά καθώς ένιωσαν ότι αυτό που βιώνουν είναι φυσιολογικό και μπορεί να συμβεί σε όλους. Άρχισαν δηλαδή να νιώθουν άνετα με τον εαυτό τους. Ύστερα αρχίσαμε να λέμε τι μας αρέσει εδώ στην ομαδούλα όταν ερχόμαστε. Μια στιγμή που θυμόμαστε και μας άρεσε ή πόσο χαιρόμαστε όταν βλέπουμε ο ένας το άλλον.
Υπάρχουν λοιπόν αυτά που μας δυσκολεύουν και αυτά που μας κάνουν να νιώθουμε ωραία και αυτά είναι όλα φυσιολογικό να υπάρχουν στην ομάδα αλλά και στη ζωή.
Στο ψυχόδραμα,εκλαμβάνουμε αυτές όλες τις αντιστάσεις και τις δυσκολίες σαν τρόπους λειτουργίας των παιδιών αλλά και όλων των ανθρώπων. Όχι σαν ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά σαν μια κατάσταση που είναι μέρος της ζωής! Έχει αξία να τολμήσουμε να εμπλακούμε και να δοκιμάσουμε! Όχι να βγάζουμε τον εαυτό μας απ’ έξω , αλλά να εξασκηθούμε να δυναμώνουμε τον εαυτό μας να αναπτύξει τρόπους λειτουργίας μέσα σε αυτές τις καταστάσεις ώστε να μη μας αποδιοργανώνουν τόσο!
Γράφει: Άννα Μάστορη, κοινωνιολόγος, ψυχοδραματίστρια, συνεργάτης ΨΥΚΑΠ
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.